ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΣΑΣ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ... "Χριστιανών" Η Μαριάμ, Μητέρα του Κυρίου μας , (στο κόκκινο frame, άν... μπερδευτήκατε) που απεικονίζεται με τον Ιησού σαν βρέφος στην αγκαλιά της, απομίμηση των διαφόρων αρχαίων ειδωλολατρικών θεοτήτων.
Έως πότε οι καλόγεροι θα σπιλώνουν τον Χριστιανισμό; ΕΑΝ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ; ΟΤΑΝ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΔΕΛΥΓΜΑ, ΠΟΙΟΣ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΟ ΣΙΩΠΗΣΕΙ; Ιδού λίγα λόγια του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου που εκφώνησε στον ναό της Παναγίας Κοσμοσώτηρας:
Η παρούσα προσθήκη στο άρθρο αυτό είναι απαραίτητη,
για τον λόγο ότι:
Στο
Blog
«Αντιαιρετικός»
το οποίον ασχολήθηκε με το άτομο μου, για τις
παραπάνω αναφορές του Χατζηαντωνίου περί πατέρων
ενάντια στην εικονολατρεία που αναδημοσίευσα, με
κατηγορούσαν επαλειμμένα ότι είμαι διαστρεβλωτής
της αλήθειας και με στόλιζαν με κοσμητικά
επίθετα ούκ ολίγα για τα παραπάνω πατερικά κείμενα
που θεωρούσαν ότι εγώ τα έγραψα. Δέν επείθοντο στις
διαβεβαιώσεις μου ότι είναι αναδημοσιευμένα
τα κείμενα
αυτά από άλλη Ιστοσελίδα με αναφορά στον
Χατζηαντωνίου (όπου και έχω -όπως βλέπετε- την
παραπομπή).
Εν προκειμένω, η έμμονη εμμονή τους
ήταν στα λόγια του
Αστέριου
Αμασείας, όπου και διαβάζετε παραπάνω, και με
κατηγορούσαν ότι παρέθεσα μισά τα κείμενα του
Αστέριου, και ότι ο Αστέριος ήταν υπέρ της λατρείας
των εικόνων. Πηδούν μάλιστα από το επίμαχο σημείο
του Αστέριου, που τα παραπάνω λόγια του είναι
γραμμένα στο έργο του
«Ομιλία περί Πλούσιου και Λαζάρου», και
αναφέρονται στην επίπληξη του Αστέριου στους
πλουσίους που έραβαν και ζωγράφιζαν εικόνες αγίων
και του Χριστού στα ρούχα τους για να
επιδεικνύονται, και ο Αστέριος τους προτρέπει
να έχουν τον Χριστό νοητώς στην ψυχή τους
και όχι ζωγραφισμένο στα ρούχα τους, πηδούν
λοιπόν από την
«Ομιλία περί
Πλούσιου και Λαζάρου», σε άλλο έργο του Αστέριου
με τίτλο
«έκφρασις εις την αγίαν Ευφημίαν την μάρτυρα»
όπου ο Αστέριος επαινεί εκεί τον ζωγράφο της
μάρτυρος.
Ένας εκ των συμμετεχόντων στον
διάλογο, ιερέας κατά πληροφορίες μου, και με
ψευδώνυμο «Popay»,
όπου αργότερα το έκανε
«Scrooge
Mac
Duck»,
εφόσον μου έγραφε «αποδείξεις» για το αντίθετο, μου
λέει στο τέλος ότι: «εγώ
μιλάω για τον λόγο «ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ, Εις Ευφημίαν
την μάρτυρα, εν MANSI 13, 16A-17D, τον οποίο
προσκόμισε στη Σύνοδο και κατεγράφη στα Πρακτικά της
ο μοναχός της μονής Χηνολάκκου, Θωμάς.Το κείμενο
βρίσκεται στο PG 40,336-337 κι όχι στο PG 40,165-168
που μου λέτε εσεις. Εκεί ο Αστέριος επαινεί τον
ζωγράφο που αποθανατίζει την μάρτυρα σε εικόνα και
έτσι αποδεικνύεται ότι μέσα από τα λόγια του
Αστεριού, ότι ήταν υπέρ των Εικόνων. Το ίδιο ισχύει
και για τους άλλους Πατέρες».
Εάν κατ’ υπόθεσιν υποστήριζε ο
Αστέριος την
λατρεία των εικόνων στην προκειμένη
περίπτωση που ο Χατζηαντωνίου αναφέρθηκε, είναι
απορίας άξιο: γιατί να μή προτρέψει τους πλούσιους
να στραφούν
λατρευτικά στις εικόνες αντί να τις ζωγραφίζουν
στα ρούχα τους, ενώ τους λέει αντ’ αυτού να έχουν
τον Χριστό νοητώς στην ψυχή τους και να Τον
λατρεύουν παρά να Τον έχουν ζωγραφιά στο ρούχο τους;
Προτού να πάμε όμως στο έργο του
Αστέριου
«Εις Ευφημίαν την μάρτυρα» που επικαλείται ο
φίλος μας για να αποδείξει ότι ο πατέρας αυτός ήταν
υπέρ των εικόνων, αξίζει εδώ να σημειώσω το εξής:
Έχοντας σεβασμό στην πένα του αείμνηστου
Χατζηαντωνίου, μετά από την έντονη αυτή αντιπαράθεση
που διεξήχθη στο εν λόγω
Blog,
με την δήθεν παραποίηση των κειμένων του Αστέριου
για να υποστηρίξει δήθεν ο Χατζηαντωνίου ότι και
αυτός ο πατέρας ήταν ενάντια στις εικόνες, ανέτρεξα
και πάλι στο έργο του με τίτλο
«ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ
ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ» και –με
ευχαρίστηση- διάβασα να γράφει ο Χατζηαντωνίου,
πρίν αναφερθεί στον Αστέριο, και τα εξής:
«Είναι
αλήθεια ότι οι Καππαδόκες Πατέρες του 4ου
αιώνα, που συνήθως επικαλούνται τη μαρτυρία τους οι
εικονολάτρες, ενέκριναν τη χρήση εικόνων αλλά
κατά κύριο λόγο σάν μέσου εκπαίδευσης των πιστών»
και αλλού επαναλαμβάνει:
«Για τους Καππαδόκες Πατέρες η κύρια αποστολή των
εικόνων είναι να χρησιμεύουν σαν μέσα θρησκευτικής
εκπαίδευσης των Χριστιανών, που δέν μπορούσαν να
διαβάσουν την Αγία Γραφή. Ο Γρηγόριος Νύσσης (θ.
395;) επανειλημμένως τονίζει στα έργα του την
καθαρώς εκπαιδευτική αποστολή, που έχουν οι εικόνες
στην Εκκλησία και είναι σάν “βιβλία γλωσσοφόρα”»
(«ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ» σελίδες 117 και 120).
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Χατζηαντωνίου
δέν το αρνείται αλλά δέχεται και τον Αστέριο ώς
υποστηρικτή των εικόνων, όμως με την διαφορά ότι
αυτό το επέτρεπαν για την εκπαίδευση των αγραμμάτων
πιστών ή αυτών που δέν είχαν πρόσβαση στις Γραφές,
και όχι για
αντικείμενο λατρείας.
Αυτό όμως δέν σημαίνει ότι είναι και αποδεκτό από
τον Λόγο του Θεού. Μή ξεχνάμε ότι ο αιώνας εκείνος
ήταν η απαρχή του πνευματικού κατήφορου, διότι κατά
τους τρείς πρώτους αιώνες της πνευματικής Εκκλησίας,
δέν συναντάμε τέτοιου είδους εικονολατρικά τερτίπια.
Όλα ξεκίνησαν από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου και
μετά, μιά εποχή που οι μελετητές της Βίβλου την
χαρακτηρίζουν ώς "ο κατήφορος της Εκκλησίας".
Ο φίλος
«Scrooge
Mac
Duck»,
μου έστειλε και ζήτησε να συμπεριλάβω και τα κείμενα
της Ζ’ Συνόδου στο άρθρο μου, για πλήρη κατανόηση,
και μου έγραψε μεταξύ άλλων και τα εξής:
«εάν τηρηθούν
όλα όσα γράφω παρακάτω εγώ δεν θα έχω κανένα
απολύτως πρόβλημα μαζί σου. Η μόνη μας διαφορά θα
είναι σε θέματα πίστεως π.χ εσύ λες ότι είναι
ειδωλολατρία η προσκύνηση των Εικόνων ενώ εγώ το
αρνούμαι αυτό.
3.Στο τέλος μπορείς μετά να γράψεις τη γνώμη σου ή
και τη μελέτη σου και να πείς ότι διαφωνείς με τη
θέση της 7ης Οικ.Συνόδου και πως είναι Αντιβιβλική
συν ότι άλλο θέλεις προσκομίζοντας και τα εδάφια από
την Αγία Γραφή.» Έγραψα στον «Scrooge Mac Duck», «Αν η μόνη διαφορά είναι τα "μισά" κείμενα του Αστέριου, δέν είναι πρόβλημα μου να αποκαταστήσω την αλήθεια για τον Αστέριο. Με την πρώτη ευκαιρία θα επιληφθώ του θέματος στο άρθρο μου εμμένοντας όμως στην Βιβλική θέση περί εικονολατρείας».
Αυτό όμως που διαφαίνεται εδώ,
είναι ότι δέν έχουμε μισά κείμενα του Αστέριου,
διότι ενώ ο Χατζηαντωνίου αναφέρεται
στο έργο του Αστέριου
«Ομιλία περί
Πλούσιου και Λαζάρου», ο «Scrooge
Mac
Duck»
μας μιλά για το έργο του Αστέριου
«Εις
Ευφημίαν την μάρτυρα» θεωρώντας ότι εκεί
βρίσκεται το άλλο
«μισό»
των λεγομένων του Αστέριου. Καί στη μία όμως, αλλά
καί στην άλλη περίπτωση, συμπεραίνουμε ότι, και
ο Αστέριος,
ώς
Καππαδόκης Πατέρας, υποστήριζε την ύπαρξη των
εικόνων ώς ένα είδος κατήχησης και εκμάθησης του
ακατήχητου λαού, και όχι ώς μέσον λατρείας στο
εικονιζόμενο πρόσωπο, όπως κάνουν σήμερα οι
περισσότεροι Ορθόδοξοι. Εξ’ άλλου, ίσως μας διέφυγε
μια σοβαρή λεπτομέρεια: Ο Αστέριος, επιπλήττει τους
πλουσίους που εζωγράφιζαν εικόνες στα ρούχα τους,
και ο φίλος μας «Scrooge
Mac
Duck»
υπερασπίζεται τις ζωγραφιές εκείνες στα ρούχα ώς
εικόνες τις Ορθοδοξίας. Ο Αστέριος όμως στο
σύγγραμμα του λέει για τις εικόνες εκείνες,
«τήν μυρίοις
ειδώλοις
πεποικιλμένην εσθήτα» και κατά συνέπεια
βλέπω να θεωρεί
είδωλο την
όλη ενέργεια, εκτός αν το ερμηνεύουν διαφορετικά οι
εικονολάτρες.
Είναι αλήθεια ότι ο Αστέριος
αναφέρεται στον ζωγράφο της Ευφημίας της μάρτυρος,
όμως, καθώς θα διαβάσετε παρακάτω αυτούσιο το εν
λόγω κείμενο, δέν θα δείτε πουθενά να υποστηρίζει
την λατρεία αυτής της ζωγραφιάς στο σεντόνι, και
έτσι φτάνουμε στον ισχυρισμό καί του Χατζηαντωνίου,
ότι δηλαδή
οι Καππαδόκες Πατέρες επέτρεπαν τις εικόνες ως μέσον
εκπαίδευσης και όχι ώς μέσον λατρείας.
Ο αγαπητός φίλος «Scrooge
Mac
Duck»,
μου έστειλε –όπως προείπα- και τα
κείμενα της Ζ’
Συνόδου (από τον
Mansi:
13) που πραγματεύονται το θέμα Αστέριου και των
λοιπών πατέρων που ο Χατζηαντωνίου αναφέρει. Μου
ζήτησε δέ, να δημοσιεύσω τα κείμενα αυτά στο παρόν
μου άρθρο ως αποκατάσταση της αλήθειας (όπου και το
κάνω ευχαρίστως) για να δούν οι αναγνώστες μας ότι η
Σύνοδος εκείνη απορρίπτει ώς ανυπόστατα και πλαστά
τα λόγια εκείνα των πατέρων που μιλούν ενάντια στην
εικονολατρεία. Είναι αποδεκτό από μέρους μου, ότι,
τα κείμενα αυτά της εποχής εκείνης της
εικονολατρείας, εγράφησαν, δέν υπάρχει αμφισβήτηση.
Ισχυρίζονται οι της Ζ’ Συνόδου ότι δέν αληθεύουν οι
απαγορεύσεις για λατρεία εικόνων από τους εν λόγω
πατέρες, και προβάλουν τα δικά τους «αποδεικτικά»
στοιχεία περί του αντιθέτου. Το ζητούμενο όμως είναι
εάν έχουμε διάψευση κατά τους προηγούμενους αιώνες
πρίν την Ζ’ Σύνοδο εκείνη.
Για τους ιστορικούς όμως τίθενται
υπό αμφισβήτηση οι εικονολάτρες εκείνοι της Ζ’
Συνόδου. Μή μας διαφεύγει η ιστορική αλήθεια για την
Σύνοδο εκείνη, ότι:
««και
οι
εικονολάτρες
περιέπεσαν σε πολλά σφάλματα:
πλαστογράφησαν,
νόθευσαν και διέστρεψαν τα κείμενα τόσο πολύ,
όσο και οι αντίπαλοί τους»
[ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε, τόμος Η’
σελίδα 257].
Επίσης, οι εικονολάτρες
χρονογράφοι
της εποχής εκείνης, ήσαν ισχυρές πηγές για την
εικονολατρική Ζ’ σύνοδο που τους επικαλούντο ώς
ανόθευτους και γνήσιους χρονογράφους. Όμως, εξ΄αυτών
ξεχωρίζουμε
δύο σημαντικούς χρονογράφους, τον
Θεοφάνη,
και τον
Νικηφόρο, όπου για τους δύο αυτούς χρονογράφους,
μαθαίνουμε ότι την εποχή εκείνη της εικονολατρείας,
"Ομολογουμένως
διαστρέφανε την αλήθειαν πολλάκις, αν όχι πάντοτε
εξ' ίσου"
(ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Κ. Παπαρρηγόπουλου, τόμος 4ος
σελίδα 354, εκδόσεις Ν.Δ. Νίκας Α.Ε.)
Και
πάλι πληροφορούμεθα για τα σπουδαία ατοπήματα του
εικονολάτρη χρονογράφου Θεοφάνη, για την
εποχή εκείνη της Ζ’ Συνόδου ως εξής: «Τούτων δέ
τεθέντων εκ μόνης της αντιπαραθέσεως των λόγων του
Θεοφάνους πρός τους όρους της συνόδου εξάγεται
αναμφισβητήτως
ότι
ο χρονογράφος ούτος ψεύδεται ασυστόλως...»
(ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Κ. Παπαρρηγόπουλου, τόμος 4ος
σελίδα 397, εκδόσεις Ν.Δ. Νίκας Α.Ε.)
Πόση άραγε εγκυρότητα έχει όμως η
Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, που ο
φίλος «Scrooge
Mac Duck» μου ζήτησε να παραθέσω τα εν λόγω κείμενα;
Αμφιβολίες Πατριαρχών
για την αναγνώριση της Οικουμενικότητας της Ζ'
Συνόδου.
Παρά
του ότι οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας,
Αλεξανδρείας και Ρώμης ήσαν υπέρ των εικόνων, για
την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο όμως εξέφρασαν τις
αμφιβολίες τους ώς προς την αναγνώριση της
Οικουμενικότητάς της. Ο Εκκλησιαστικός
συγγραφέας Β. Στεφανίδης, στην «Εκκλησιαστική
Ιστορία» του και στην υποσημείωση της σελίδας 261,
γράφει:
Ακολουθεί το κείμενο καθώς έχει, όπου ο Αστέριος εξιστορεί ακριβώς αυτό το πάθος της μάρτυρος Ευφημίας που είχε ζωγραφίσει ο ζωγράφος στο σεντόνι, και όχι δήθεν μιά εικόνα της Ευφημίας ως αντικείμενο λατρείας. Αυτό το κείμενο επικαλέστηκε και ο φίλος μας «Scrooge Mac Duck», για να μου πεί ότι με αυτό το κείμενο δέν είναι πλέον «μισό» το γραπτό του Αστέριου που ο Χατζηαντωνίου παρέθεσε:
Υποστηρίζουν οι εικονολάτρες της Ζ’
Συνόδου, και συνεχίζουν οι Ορθόδοξοι έως και σήμερα
για τις εικόνες, τα σκεύη και άλλα «ιερά»
κατασκευάσματα, ότι δηλαδή αγιάζονται οι άνθρωποι
από αυτά: «ταύτα
ουν ειδότες ημείς οι τω Θεώ μονώ την λατρείαν ημών
εν πνεύματι και αληθεία προσάγοντες, πάντα τα αυτώ
ανατεθειμένα και καθιερωμένα, είτε θείος τύπος του
τιμίου σταυρού, είτε άγιον ευαγγέλιον, είτε σεπταί
εικόνες, είτε ιερά σκεύη εισί, και ασπασώμεθα και
περιπτυξώμεθα,
ως ελπίδα έχοντες
αγιασμού μεταλαμβάνεις παρ’αυτών»
[Mansi,
13].
Την ελπίδα του αγιασμού τους, οι
ορθόδοξοι, την έχουν στα άψυχα, και άφωνα, και άλαλα
κατασκευάσματα, όπως σκεύη, σταυρούς, εικόνες,
ευαγγέλιο (το βιβλίο δηλαδή και όχι το
περιεχόμενο του) και μετά υποστηρίζουν ότι δέν
τα λατρεύουν όλα αυτά, παρά μόνο τα τιμούν; Ο
ορισμός –για την Ζ’ Σύνοδο- «Εικονομάχοι» και «Εικονολάτρες»
δέν προδίδει από μόνος του την λατρεία των εικόνων;
Ο Κύριος
μόνον αγιάζει τον πιστό, και όχι τα άψυχα είδωλα.
Νοθεία αποδίδουν οι
εικονολάτρες
στα πατερικά κείμενα που καταρρίπτουν την
εικονολατρεία
τους, και βασιζόμενοι στα όποια αναγνώσματα της Ζ'
Συνόδου, θεωρούν και ώς δεδομένη την διάψευση των
πατερικών κειμένων.
ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ.
Τί έγραψε για τις εικόνες;
Ένα
από τα κείμενα του Επιφάνιου Κύπρου, μιλάει για
αυτούς που κατασκευάζουν εικόνες του Χριστού, της
Θεοτόκου, των μαρτύρων του Κυρίου αλλά και αγγέλων
και προφητών, και φέρει τον τίτλο:
«Λόγος του αγίου Επιφανίου κατά τών επιτηδευόντων
ποιείν ειδωλικώ θεσμώ εικόνας είς αφομοίωσιν τού
Χριστού καί τής Θεοτόκου καί τών μαρτύρων, έτι δέ
καί αγγέλων καί προφητών»
Η
π(λ)άγια
τακτική των
ειδωλο-εικονολατρών είναι να "αποδεικνύουν"(sic)
με διάφορα τεχνάσματα την -δήθεν- νοθεία σε όλα τα
πατερικά -και όχι μόνο- κείμενα, που τους
κατακεραυνοβολούν.
Ο Επιφάνιος Κύπρου
γράφει σοφά και Βιβλικά λόγια. Σταχυολογούμε
κάποια από αυτά για να σας δώσουμε μιά γεύση των
αυστηρών του λόγων:
Επιφάνιος Κύπρου:
«ότι δή, φασί, τάς εικόνας τών αγίων ποιούμεν είς
μνημόσυνον καί τιμήν αυτών».
[επειδή είπαν, τις εικόνες
των αγίων κατασκευάζουμε ως μνημόσυνο και τιμή σ'
αυτούς],
Επιφ:
«οι νομίζοντες έν τούτω τιμάν τους αποστόλους,
μαθέτωσαν ότι αντί τού τιμάν, πλέον αυτούς
ατιμάζουσιν»
[όσοι νομίζουν ότι με αυτό (με
την κατασκευή των εικόνων)
τιμάνε τους Αποστόλους, αντί να τους τιμήσουν τους
ατιμάζουν περισσότερο].
Επιφ:
«αλλ’ ουδέ οί απόστολοι ηθέλησαν προσκυνείσθαι, καί
γάρ ότε ευαγγελίζεσθαι απεστάλησαν, εαυτούς
προσκυνείσθαι ούκ ήθελον, αλλά τόν αυτούς
αποστείλαντα Χριστόν»
[Αλλά, ούτε οι Απόστολοι θέλησαν να προσκυνηθούν (από
άλλους),
και όταν απεστάλησαν να ευαγγελίσουν (τους
ανθρώπους) να προσκυνηθούν (από
τους ευαγγελιζομένους)
δέν ήθελαν, αλλά τον Χριστό που τους απέστειλε (έπρεπε
να προσκυνούν μόνον)].
Επιφ:
«περί δέ τών αγγέλων οι πατέρες οί έν Λαοδικεία
συνελθόντες πάντως γάρ ότι διά τοιαύτης υπόθεσιν
συνήχθησαν – λέγουσιν, "είτις εγκαταλείπει τήν
εκκλησίαν τού Θεού καί αγγέλους ονομάζει, ανάθεμα
έστω, ότι εγκατέλειπε τόν Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν
καί ειδωλολατρεία προσελήλυθε"»
[Για τους αγγέλους (τους
οποίους και αυτούς τους προσκυνούν οι ορθόδοξοι)
οι πατέρες στην Λαοδίκεια συνήχθησαν αποκλειστικά
γι' αυτή την υπόθεση, και απεφάσισαν λέγοντας,
Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία του Χριστού και
ονομάζει αγγέλους (στο
όνομα τους έχει ναούς και τους προσκυνεί)
ας είναι ανάθεμα, διότι εγκατέλειψε τον Κύριο μας
τον Ιησού Χριστό και στην
ειδωλολατρεία
περιέπεσε".
Ένα μόνο δείγμα σταχυολόγησα για την
ειδωλολατρεία όπου και δημοσιεύω όλο
το κείμενο του Επιφάνιου Κύπρου για το θέμα μας.
[Διαβάστε
το στο αρχικό του κείμενο
ΕΔΩ]. Τέλος, άσχετα από τις όποιες πατερικές ή ιστορικές τοποθετήσεις επί του θέματος των εικόνων, θα ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους μου εάν δέν συμπεριελάμβανα στο άρθρο μου αυτό και την μεγαλύτερη απόδειξη, ενάντια στην ειδωλο-εικονολατρεία των ειδωλο-εικονολατρών, που είναι η ίδια η Αγία Γραφή. Ο Λόγος του Θεού λοιπόν, που είναι ο τελικός κανόνας και ο ασφαλέστερος οδηγός στα ζητήματα της Χριστιανικής πορείας και πίστης, μας λέει για τις εικόνες-είδωλα τα εξής:
Υπάρχει κάτι από αυτά τα λόγια που δέν βλέπουμε στις
εικόνες–είδωλα; Κλείνοντας την παρούσα προσθήκη, θέλω να επαναλάβω την φράση του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεόκλητου, όπου είπε στις 09/12/2002 σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Τα Νέα», πώς "Όταν ο πιστός ταυτίζεται με μια εικόνα, αυτό είναι ειδωλολατρία. . ."
Ταυτίζεται όμως με την εικόνα ο ορθόδοξος ή όχι;
Είναι η εικόνα ταυτόσημη με τα είδωλα των εθνών ή όχι;
ΤΙΜΗ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ή ΜΗΠΩΣ (ειδωλο)ΛΑΤΡΕΙΑ;
Μιά
δικαιολογία που προβάλουν οι εικονολάτρες, για να
υποστηρίξουν ότι οι εικόνες δέν είναι είδωλα, είναι
ότι δέν λατρεύουν τις εικόνες αλλά τις προσκυνούν
απλά ώς να αποδίδουν τιμές στο εικονιζόμενο πρόσωπο.
Έκανα
επανειλημμένως εκ’ παλαιόθεν την ερώτηση στους
εικονολάτρες, ότι, εάν εγώ δέν προσκυνώ την εικόνα,
απλά προσεύχομαι στον Θεό πνευματικά μόνο, με τον
νού μου δηλαδή, θα εισακουστώ από τον Θεό, ή μήπως
θα καταδικαστώ στην κόλαση ώς δήθεν αμαρτωλός που
δέν προσκυνά μιά εικόνα;
Απάντηση δέν
πήρα ποτέ.
Θέλουμε
να αποδείξουμε του λόγου το αληθές περί λατρείας των
εικόνων και όχι περί –δήθεν- τιμητικής προσκύνησης,
έτσι για να μήν αιωρείται η εσφαλμένη άποψη των
εικονολατρών.
Αντιγράφω
μιά εμπεριστατωμένη τοποθέτηση του Γ. Α.
Χατζηαντωνίου, δ.θ., από το βιβλίο του
«ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΟΙ
ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ», από τό
ένατο κεφάλαιο και από τις σελίδες 126 έως 131,
και παρακαλώ τους εναντίους να πάρουν θέση επί των
στοιχείων αυτών. Η αναφορά μου αυτή γίνεται
καλοπροαίρετα για να καταλήξουμε κάπου επιτέλους.
Από αυτά που γράφει ο Χατζηαντωνίου, τα έντονα
γράμματα είναι δικά μου πρός ευκολότερη κατανόηση
των αναγνωστών μας: «Δέν πρέπει το κεφάλαιο αυτό να
κλείσει, χωρίς να γίνει αναφορά σ’ ένα πρόσθετο
θεολογικό επιχείρημα των υποστηριχτών της
εικονολατρείας. Η
Σύνοδος της
Νικαίας στις αποφάσεις της, χάρη στίς οποίες
αναστηλώθηκαν οι εικόνες, διατύπωσε τον ισχυρισμό
ότι στίς εικόνες αποδίδονται «ασπασμός
και τιμητική προσκύνησις», αλλά όχι «λατρεία».
Αυτού του επιχειρήματος έγινε κι’ εξακολουθεί να
γίνεται ευρεία χρήση. Άν η λεπτή αυτή διάκριση μεταξύ
«τιμητικής
προσκύνησης» και «λατρείας» περιείχε κάτι τό
ουσιαστικότερο από τις λέξεις, πού χρησιμοποιούνται,
η εικονομαχική παράταξη θ’ αφοπλιζόταν σ’ ένα
σημαντικό βαθμό. Κάτι παραπάνω.
Δέν θα υπήρχε κάν εικονομαχική παράταξη,
διότι δέν θα είχε γεννηθεί η ανάγκη της
διαμαρτυρίας, πού διατύπωσαν οι ηγέτες του
εικονομαχικού κινήματος, γιά τίς καταχρήσεις, πού
γίνονταν στή θρησκευτική ζωή τού λαού ολόγυρα στις
εικόνες. Μιά προσεκτική όμως και αντικειμενική
διερεύνηση τού θέματος αποκαλύπτει ότι ούτε στήν
αντίληψη τού μέσου Χριστιανού αλλά ούτε καί στών
ηγετών τής εικονολατρικής παράταξης τή διδασκαλία
υπήρξε μιά ουσιαστική καί πραγματική διάκριση μεταξύ
τής τιμητικής προσκύνησης τών εικόνων καί τής
λατρείας τους. Μιά τέτοια διάκριση κατέρρευσε
ολοκληρωτικά, όταν οί διδάσκαλοι τής Εκκλησίας
άρχισαν νά αναγνωρίζουν ότι μία ειδική θεία χάρη
ήταν συνδεδεμένη όχι πιά με τό εικονιζόμενο πρόσωπο,
αλλά με αυτή τήν ίδια τήν εικόνα, καί ότι μέσα σ’
αυτή τήν εικόνα κατοικεί το άγιο Πνεύμα, ακριβώς
όπως κατοικούσε μέσα στόν εικονιζόμενο άγιο, όταν
αυτός ζούσε. Πάνω σ’ αυτό τό κρίσιμης σημασίας θέμα
ό Ιωάννης
Δαμασκηνός είναι σαφής καί κατηγορηματικός.
Γράφει: Όταν πέθαναν αυτοί (οί άγιοι) «η
χάρις τού Αγίου Πνεύματος ανεκφοιτήτως ένεστι καί
ταίς ψυχαίς καί τοις σώμασιν έν τοίς τάφοις, καί
τοίς χαρακτήρσι, καί τ α ί ς
α γ ί ο ι ς
ε ι κ ό σ ι
ν α υ τ
ώ ν ού κατ’ ουσίαν αλλά χάριτι καί ενεργεία». Καί αυτής της λεπτομέρειας της
εικονολατρείας δέν λείπει το αντίστοιχο στόν αρχαίο
κόσμο τών ειδωλολατρών. Κάποιου είδους επιφοίτηση
τής θεότητας μέσα στα είδωλά τους καί οι Έλληνες καί
οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι πραγματοποιόταν σάν
αποτέλεσμα μιάς ορισμένης θρησκευτικής τελετής, στήν
οποία κοπέλες, πού ήταν ποικιλόχρωμα ντυμένες,
πρόσφεραν στό είδωλο χύτρες με ψημένα όσπρια. Ο
σοφιστής και γραμματικός του 2ου μ.Χ.
αιώνα Αθηναίος, περιγράφει τήν προσφορά ενός
μίγματος από διάφορα ποτά στήν περίπτωση πού αυτή η
τελετή γινόταν σε σχέση μέ τήν καθιέρωση ενός
είδωλου του Κτησίου Δία. Καί ο Πλούταρχος, στό βίο
του Κοριολανού, αναφέρει τήν περίπτωση ενός ειδώλου
τής θεάς Τύχης, πού τήν έστησαν ή μητέρα καί η
γυναίκα τού Κοριολανού καί τό άκουσαν να μιλάει.
Αυτό, γράφει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς, συνέβη «τήν
πρώτη μέρα τής καθιέρωσής του». Οπωσδήποτε σάν φυσική εξέλιξη
τής θεολογικής θέσης ότι κάποια ιδιαίτερη θεία χάρη
περιβάλει τήν εικόνα, αναγνωρίστηκε ότι η εικόνα
είναι η κατοικία τού εικονιζόμενου προσώπου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής θέσης, πού πήρε
η θεολογική σκέψη τών εικονολατρών, ήταν τό
περιστατικό μιάς εικόνας, πού τό αναφέρει ο σεβαστός
διδάσκαλος τής Εκκλησίας, ο
Ιωάννης
Δαμασκηνός. Αυτή ήταν μιά εικόνα τής Παναγίας,
πού συνοδευόταν από τόν άγιο Μερκούριο. Ξαφνικά όμως
ο άγιος έφυγε από τήν εικόνα του και απουσίασε γιά
ένα χρονικό διάστημα από τό κατοικητήριό του, διότι
πήγε να εκτελέσει τή διαταγή, πού πήρε από τόν Άγιο
Βασίλειο, νά σκοτώσει τόν αυτοκράτορα Ιουλιανό τόν
Παραβάτη, επέστρεψε όμως στό σπίτι του καί «τό
δόρυ του έσταζε αίμα».
Μέ τήν ενθάρρυνση, πού τής δόθηκε από τόν κορυφαίο
αυτόν θεολόγο τής εικονολατρικής σχολής,
πολύ γρήγορα πήρε ή θεολογική σκέψη καί τό
κρίσιμο βήμα. Ανεμπόδιστα πιά άρχισε νά καταλύεται
μιά κάποια διάκριση ανάμεσα στήν εικόνα καί τό
εικονιζόμενο πρόσωπο καί νά εμπεδώνεται στή
συνείδηση τού λαού, αλλά καί τού κλήρου, ή πεποίθηση
ότι ή εικόνα ενός αγίου ήταν ολότελα συνταυτισμένη
μέ τόν ίδιο τόν άγιο. Όπως τή διατυπώνει τήν εξέλιξη
ο
L.
Brehier,
«Η εικόνα
δέν είναι πιά μιά απλή αναπαράσταση τού Χριστού ή
κάποιου άγιου, αλλά είναι κάποιο είδος επιφοίτησης
τού αρχετύπου». Άρχισαν τώρα, δηλαδή γύρω από τά
μέσα τού 6ου αιώνα, οί υποστηρικτές τής
εικονολατρείας να δίνουν στή διδασκαλία τους ένα
περιεχόμενο, στό οποίο όλο καί περισσότερο
υποβαθμίζεται ο ρόλος τού θεατή τής εικόνας καί τής
θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης του μέσω αυτής, γιατί
τώρα εκείνο πού τονίζεται, είναι μιά υπερκόσμια
σχέση, πού ενώνει τήν εικόνα μέ τό πρωτότυπό της. Βρήκε υποστήριξη ή τάση αυτή στή
διδασκαλία τού
Ψευδοδιονυσίου τού Αρεοπαγίτη, τού 5ου
αιώνα, πού ήταν βασισμένη στή μυστικιστική
νεοπλατωνική φιλοσοφία, καί άρχισε νά κυκλοφορεί
στούς κύκλους τής Εκκλησίας. Τή διδασκαλία τήν
εγκολπώθηκε μέ ενθουσιασμό ό
Ιωάννης
Δαμασκηνός καί, ακολουθώντας τό παράδειγμα του,
καί άλλοι θεολόγοι.
Τού Ψευδοδιονύσιου όμως ή θεωρία απλώς
προμήθευσε ένα φιλοσοφικό θεμέλιο γιά πεποιθήσεις,
πού είχαν τήν προέλευση τους σέ αρχαιότερες
περιόδους. Σύμφωνα με αυτή τή διδασκαλία,
υπάρχει διά μέσου τής ιεραρχικής συγκρότησης τού
σύμπαντος μιά άνοδος από τήν κατώτερη τάξη τών
αισθήσεων στήν ανώτερη διανοητική σφαίρα, καί τελικά
στόν ίδιο τόν Θεό. Υπάρχει όμως καί κάθοδος από τήν
ανώτερη σφαίρα στήν κατώτερη, μέ αποτέλεσμα ό Θεός
νά αντανακλάται στίς κατώτερες τάξεις καί στά υλικά
αντικείμενα. Έτσι, σημειώνεται μιά κάθοδος από τόν
Θεό στόν άγιο, καί από τόν άγιο στήν εικόνα του, η
οποία, σάν αντανάκλαση τού ίδιου τού Θεού, κατακτά
μιά θέση στή θεία τάξη τού σύμπαντος, καί γίνεται τό
μέσο νά καταλυθεί τό φράγμα, πού χωρίζει τόν ορατό
από τό θείο κόσμο. Είναι έτσι ή εικόνα, όχι πιά ένα
όργανο διαπαιδαγώγησης τών πιστών, αλλά ένα μέσο
επικοινωνίας μέ τόν Θεό καί ένα κανάλι διοχέτευσης
τής θείας δύναμης.
Αυτή τή θεολογική θέση τών εικονολατρών τής περιόδου
τού αυτοκράτορα Λέοντος Γ’
τή
διατυπώνει μέ σαφήνεια ένας σύγχρονος μας
υποστηρικτής τής εικονολατρείας, ο
Sergius
Bulgakov:
«Το
εικόνισμα,
γράφει,
δέν είναι απλώς μιά άγια εικόνα. Είναι κάτι τό
μεγαλύτερο. Σύμφωνα μέ τήν Ορθόδοξη πίστη τό
εικόνισμα είναι ένας τόπος Θείας Παρουσίας(...). Η
τελετή, μέ τήν οποία ευλογείται τό εικόνισμα τού
Χριστού, ιδρύει ένα δεσμό μεταξύ αυτού καί τού
πρωτοτύπου του(...) Μετά πού θά ευλογηθεί τό
εικόνισμα τού Χριστού, γίνεται εφικτή μιά μυστηριακή
συνάντηση τού πιστού μέ τόν Χριστό. Τό ίδιο ακριβώς
καί μέ τά εικονίσματα τής Παρθένου καί τών
αγίων(...) Κάθε εικόνισμα, πού μέ τήν τελετή της
ευλογίας έχει αποκτήσει τήν ολοκληρωμένη
δυναμικότητά του, είναι –σάν ζήτημα- ένα θαυματουργό
εικόνισμα». Συντελέστηκε ολοκληρωτικά πιά
στή συνείδηση τών πιστών ή συνταύτιση τής εικόνας μέ
τό πρωτότυπό της. Καί μέ τήν ολοκληρωμένη του αυτή
μορφή βρήκε τό δόγμα αυτό καί έμπρακτη εφαρμογή στή
ζωή τών πιστών. Άρχισαν τώρα οι ιερείς στή Θεία
Ευχαριστία νά τοποθετούν τόν άρτο πάνω στήν εικόνα
τού Χριστού, από όπου έπρεπε νά τόν πάρει εκείνος,
πού μεταλάμβανε, μέ τήν πεποίθηση ότι τόν έπαιρνε
κατευθείαν από τά χέρια τού Χριστού. Μιά παρόμοια
έμπρακτη εφαρμογή αυτού τού δόγματος διακήρυξε ο
Θεόδωρος
Στουδίτης, όταν μ’ ένα γράμμα του συνεχάρη τόν
σπαθάριο Ιωάννη καί τόν εγκωμίασε θερμά, γιατί στή
βάπτιση τού παιδιού του έφερε σάν ανάδοχο τήν εικόνα
τού μεγαλομάρτυρα Δημητρίου καί τόν διαβεβαίωσε ότι
μέσα στήν εικόνα ήταν ο ίδιος ο άγιος, πού δέχτηκε
τό παιδί στήν αγκαλιά του: «συνήν
ό μεγαλομάρτυς πνεύματι τή οικεία εικόνι τό βρέφος
δεχόμενος». Καμιά αμφιβολία δέν αφήνει ο
Θεόδωρος Στουδίτης γιά τό πραγματικό νόημα τής
διδασκαλίας του. Απορρίπτει κατηγορηματικά τήν άποψη
ότι η χρήση τών εικόνων ήταν μιά παραχώρηση στούς
απλούστερους καί ατελέστερους χριστιανούς γιά χάρη
τής διαπαιδαγώγησης τους. Γράφοντας στόν Ιωάννη
Γραμματικό τού εξηγεί ότι «προσκυνώντας
τήν εικόνα προσκυνώ τόν ίδιο τόν Χριστό»,
διότι «ή
εικόνα καί τό πρωτότυπο δέν μπορούν νά χωρισθούν»
Καί ακόμα εντονότερα: «έν
καί ταυτόν τή ομοιωτική υποστάσει ή εικών πρός τό
εικονιζόμενον». Εφαρμόζοντας αυτή τήν αρχή
στόν Ιησού Χριστό αποφαίνεται «ούκ
άλλο τί έστιν ή τού Χριστού εικών ή Χριστός παρά τό
τής ουσίας διάφορον». Καί ακολουθώντας τίς
αρχές τού νεοπλατωνικού δόγματος, εφαρμόζει στήν
εικόνα τήν προικοδότηση τού ορατού μέ τίς ιδιότητες
τού αοράτου καί δέν διστάζει νά διαβεβαιώσει ότι ό
ίδιος ό Θεός είναι μέσα στήν εικόνα: «ούτω
καί έν τή εικόνι είναι τήν θεότητα ειπών τις ούκ άν
αμάρτη τού δέοντος»
(σημ. Σπορέα: Δηλαδή,
έτσι και άν κάποιος πεί ότι η θεότητα είναι μέσα
στήν εικόνα δέν αμαρτάνει). Εξωθεί
μάλιστα τή διδασκαλία του γιά τήν ολοκληρωτική
συνταύτιση τής εικόνας μέ τό πρωτότυπο μέχρι τό
σημείο νά διακηρύξει ότι «δέν
υπάρχει Χριστός, άν δέν είναι απεικονισμένος».
Η περίεργη αλλά καί αναπόφευκτη
κατάληξη αυτής τής εξέλιξης τής διδασκαλίας γιά τό
αδιαχώρητο τής εικόνας από τό πρωτότυπο ήταν νά
διακηρυχθεί ότι ή άρνηση τής προσκύνησης εικόνας
είναι ταυτόσημη μέ άρνηση τής προσκύνησης τού ίδιου
τού Χριστού. Γράφει ο Θεόδωρος Στουδίτης: «ής
(εικόνος)
μή προσκυνουμένης ανήρηται ωσαύτως καί τού Χριστού
προσκύνησις». Τήν ίδια αυτή αρχή διακήρυξε
μέ τρόπο ακόμα πιό κατηγορηματικό καί έντονο καί ό
πατριάρχης Φώτιος: «Όποιος
δέν προσκυνάει τήν εικόνα τού Χριστού, τόν ίδιο τόν
Χριστό δέν προσκυνάει, παρόλο που νομίζει ότι τόν
προσκυνάει». Δύσκολα θα μπορούσε νά γίνει
επισημότερη καί κατηγορηματικότερη διακήρυξη ότι
διάκριση μεταξύ τής προσκύνησης τής εικόνας καί τής
λατρείας της στήν πραγματικότητα δέν υπάρχει. Όχι
μόνο αυτό, αλλά καί «Χριστομάχος»
κατά τόν Θεόδωρο Στουδίτη είναι όποιος δέν
προσκυνάει τήν εικόνα τού Χριστού. Οι συνέπειες γιά όσους θά
αρνιόνταν νά προσκυνήσουν τήν εικόνα τού Χριστού θά
είναι πολύ βαριές, καί γιά όλη τήν αιωνιότητα, γιατί
άν πεθάνουν πρίν απαρνηθούν αυτή τήν αίρεση, «έν
μερίδι απωλείας ώχοντο (...) κάν χριστιανοί
ονομάζονται». Τό τρομερό αυτό τέλος, πού
περιμένει εκείνον, πού αρνιέται νά προσκυνήσει τήν
εικόνα τού Χριστού, μέ επίσημο πιά τρόπο
διακηρύχθηκε από τήν 4η Σύνοδο τής
Κωνσταντινουπόλεως, στό έτος 870, μέ τόν 3ο
κανόνα της: «Όποιος
λοιπόν δέν προσκυνάει τήν εικόνα τού Σωτήρος
Χριστού, δέν θά δεί τήν μορφή Του στή Δευτέρα
Παρουσία». (Παρέμβαση του «Σπορέα»): Του λόγου τό αληθές, ότι, ο μή προσκυνών εικόνες δέν θα δεί την μορφή του Χριστού, το αντιγράφω απ’ ευθείας από τον Mansi: 16’ 400.
Συνεχίζουμε με το κείμενο του Χατζηαντωνίου. Τό ότι καμιά απολύτως διάκριση
δέν κάνουν οί θεολόγοι τής εικονολατρικής παράταξης
μεταξύ τής
«προσκύνησης» τών εικόνων καί τής «λατρείας»
τους
είναι καταφανές. Όχι μόνο γιατί στά παραπάνω
συγγράμματά τους μεταχειρίζονται εναλλακτικώς καί
χωρίς διάκριση τούς δύο αυτούς όρους, αλλά καί διότι
ή τέλεια κατάλυση κάποιας διάκρισης επιβεβαιώνεται
με αλγεινή σαφήνεια από αυτό τό ίδιο τό περιεχόμενο
τής διδασκαλίας τους, στήν οποία δέν διστάζουν νά
συνταυτίσουν τόν Χριστό μέ τήν εικόνα Του. Λέει ο
Λόγος τού Θεού: «Όπου
λείψει ή όραση, ό λαός διαφθείρεται». Έλειψε
δυστυχώς ή πνευματική όραση από τήν θρησκευτική
ηγεσία εκείνων τών αιώνων καί τό αποτέλεσμα ήταν ό
εκφυλισμός τής λατρευτικής ζωής τού λαού. (...)
Ύστερα από τή διδασκαλία τών θρησκευτικών ηγετών,
όπως αυτή έχει εκτεθεί παραπάνω, είναι περίεργο ότι
«διεφθάρη» τού λαού ή λατρευτική ζωή;
************
Αυτό είναι φίλοι μας το κείμενο, το οποίο θα κάνουν
καλά να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ότι την
εικόνα δέν την λατρεύουν αλλά απλά την προσκυνούν
τιμητικά. Η ειδωλολατρεία εισχώρησε –ελέω
διαβόλου- στην θρησκευόμενη Εκκλησία και κατά
συνέπεια ο πιστός εσφαλμένα νομίζει ότι δέν είναι
ειδωλολάτρης και πέφτει στην καταδίκη του Θεού.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΜΑΡΙΑΜ, η... Θέαινα - ΜΑΡΙΟΛΑΤΡΕΙΑ "ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ ΑΣΜΑ" ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟ-ΕΙΚΟΝΟΛΑΤΡΕΙΑΣ
************** Δείτε επίσης: "ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΙΕΣ"
Εκτύπωση / Print |
||||||||||||||||||||||||||