Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ
Ο κ. Μ. με την επιστολή του καταδικάζει
«την υπέρβαση ελαχίστων επισκόπων που στην ιστορία της Εκκλησίας
είδαν το επισκοπικό λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”.»
Άρα είναι κι αυτή μια επιπλέον –αν και έμμεση– “εξομολόγηση”,
όπως εύκολα αντιλαμβάνονται “πάντες οι παροικούντες εν
Ιερουσαλήμ”. Ας δούμε όμως δύο σημεία στην επιστολή του
αγαπητού κ. Μ. που χρειάζονται διαφώτιση:
(1) Δυστυχώς δεν είναι «ελάχιστοι», οι
επίσκοποι που στη ροή της ιστορίας «είδαν το επισκοπικό
λειτούργημα ως “αξίωμα κοινωνικής ισχύος”». Η πραγματικότητα
μαρτυρεί περί του αντιθέτου ο δε σημερινός προκαθήμενος της
Ελλαδικής Εκκλησίας και οι περισσότεροι ιεράρχες της,
τροφοδοτούν σχεδόν καθημερινά τα ΜΜΕ με ανάλογα δείγματα, πολύ
περισσότερα από όσα μπορούμε εμείς να μεταφέρουμε σ’ αυτές τις
σελίδες. Θα αρκούσε ίσως να διαβάσει κανείς τα πρακτικά της
Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και τις κατά καιρούς δηλώσεις ιεραρχών,
για να του φύγει κάθε απορία.
Η “φήμη” του εκάστοτε Πατριάρχη
Αλεξανδρείας έχει ως εξής: «Πάπας και πατριάρχης της
μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αιθιοπίας,
πάσης γης Αιγύπτου και πάσης Αφρικής, Πατήρ Πατέρων, Ποιμήν
Ποιμένων, Αρχιερεύς Αρχιερέων, τρίτος και δέκατος των Αποστόλων
και Κριτής της Οικουμένης». Μπορεί να ισχυριστεί κανείς
ότι όλα αυτά τα παχιά –όσο και κενά περιεχομένου– λόγια,
δείχνουν χριστιανική “σεμνότητα και ταπεινότητα”;
(2) Δεν είναι αλήθεια πως «Ουδέποτε
οποιοσδήποτε Χριστιανός διαφώνησε ή διαφωνεί με την επισκοπική
αμφίεση στη Θεία Λειτουργία, όπου ο Επίσκοπος πρέπει να
είναι, και ΕΙΝΑΙ εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Στο
προκείμενο, –κι αυτό μπορούν να το κρίνουν οι αγαπητοί
αναγνώστες– με τα επισκοπικά άμφια ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ.
[Το ποιοι είναι οι “Χριστιανοί”, αφήνουμε να το πει ο Θεός,
επειδή για άλλους μεν είναι ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους είναι
ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, για άλλους ΜΟΝΟ ΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ,
για άλλους είναι ΜΟΝΟ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ
ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ, κ.ο.κ.
Επιπλέον, δεν στέκει ιστορικά ότι ο
επίσκοπος ντύνεται έτσι επειδή «πρέπει να είναι, και ΕΙΝΑΙ
εικόνα του Λαμπρού Βασιλέως Χριστού». Αντίθετα, τα πολυτελή
άμφια ήταν επί αιώνες άγνωστα στην Εκκλησία, [Καθ. Βλ. Φειδάς,
Εγκυκλ. «Πάπυρος», λήμμα ΑΜΦΙΑ], όπως όμως δείχνει η εξέλιξη της
εικονογραφίας, με τα ίδια άμφια που διάλεξαν οι ιεράρχες για τον
εαυτό τους, με αυτά οι αγιογράφοι έφτασαν να ντύνουν και τον
Χριστό (βλ. φωτο). Ο τύπος της εικόνας του Χριστού Μεγάλου
Αρχιερέα συναντάται στην ζωγραφική μετά την Άλωση και έχει
αφετηρία κάποιο πρότυπο που είχε δημιουργηθεί στην Κρήτη κατά
τον 15ο αιώνα (Χατζηδάκης 1997, σ. 67).[1]
|
|
|
|
|
| |
 
Είναι φανερό πως αντί να μοιάζει ο
Επίσκοπος με τον Χριστό, έκαναν τον
Χριστό να μοιάζει με τον Δεσπότη... (ή
με τον Πάπα)...
Το ίδιο είχαν κάνει προηγούμενα για τον
εαυτό τους, που φρόντισαν να μοιάζει με
τον Βυζαντινό αυτοκράτορα ή τον
βασιλιά των Φράγκων...
|
|
|
| |
Για όποιον ενδιαφέρεται, παραθέτουμε στο
τέλος σχετικές ιστοσελίδες της Δ/νσης Βυζαντινών και
Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και της
Ελλαδικής Εκκλησίας. Από αυτές μεταφέρουμε εδώ μικρά μόνο
αποσπάσματα λόγω χώρου:
«Oι πρώτες απόπειρες να διαφοροποιηθεί το
ιερατικό ένδυμα από το λαϊκό πρέπει να αναχθούν στα τέλη του 4ου
- αρχές 5ου αιώνα, εποχή κατά την οποία παρατηρούνται και οι
πρώτες αντιδράσεις. O πάπας Σελεστίνος Α~, σε γράμμα του προς
τους επισκόπους της περιοχής της Vienne και της Narbonne στη
Γαλατία, εκφράζει, το 428, την αντίθεσή του στην καθιέρωση
διαφορετικού ενδύματος για τους ιερωμένους. Ωστόσο, κείμενο του
3ου αιώνα αναφέρεται ήδη σε vestes sacralae, που η χρήση
τους επιτρεπόταν μόνο μέσα στην εκκλησία, και μας οδηγεί στο
συμπέρασμα ότι υπήρχαν ήδη ιερατικά άμφια, αν και μορφολογικά
δεν πρέπει να διαφοροποιούντο από τα κοινά ενδύματα. Oι όροι
“σχήμα” και “στολή” αντίθετα, που, όταν συνοδεύουν επίθετο που
αναφέρεται σε κοινωνική ομάδα, δηλώνουν ότι υπάρχει γι’ αυτήν
στολή συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη από όλους, μόλις τον 6ο
αιώνα εμφανίζονται στα κείμενα σε σχέση με τη φορεσιά των
ιερωμένων. (...)
Aναφέρονται ειδικότερα ο σάκκος και η μίτρα, που
χρησιμοποιούνται αρχικά από τον πατριάρχη και αργότερα από όλους
τους επισκόπους, τα ψηλά καπέλα των ψαλτών αλλά και το σύγχρονο
ράσο των ιερέων, που εισάγεται στο βεστιάριό τους μόλις την
περίοδο της Tουρκοκρατίας και το “κόψιμό” του προσομοιάζει με τα
πανωφόρια των αρχόντων της εποχής. (...)
H εικόνα διαφοροποιείται έντονα στην περίοδο της Tουρκοκρατίας,
όταν ενδύματα με πλούσια, πολύχρωμα φυτικά κυρίως ή γεωμετρικά
μοτίβα, ενυφασμένα ή κεντημένα, φαίνεται πως χρησιμοποιούνται
ευρύτατα από ιερωμένους όλων των βαθμίδων. Περίτεχνα στολισμένα
στιχάρια, φελώνια και σάκκοι εικονίζονται στις μεταβυζαντινές
τοιχογραφίες του ελλαδικού χώρου, ενώ τα σωζόμενα ιερατικά,
χρυσοκέντητα ή και με απλούστερες τεχνικές διακοσμημένα άμφια,
μαρτυρούν ότι η Eκκλησία αποδέχεται πλέον την πολυτέλεια, όπως
αυτή εκφράζεται μέσω της διακοσμητικής εκζήτησης. (...)
O σάκκος, που έλκει τις ρίζες του στο αυτοκρατορικό βεστιάριο,
αποτελεί σήμερα το κατεξοχήν αρχιερατικό άμφιο της Oρθόδοξης Eκκλησίας,
μολονότι δεν εισήχθη στο βεστιάριό της παρά στην τελευταία
βυζαντινή περίοδο. Aρχικά χρησιμοποιήθηκε ως πατριαρχικό ένδυμα.
Aπό επισκόπους φοριέται από το 15ο αιώνα με βάση γραπτές πηγές.
(...)
Aπό το αυτοκρατορικό βεστιάριο εισήχθη στο εκκλησιαστικό και ο
μανδύας, που αναφέρεται ως ιερατικό ένδυμα από το 14ο αιώνα και
έπειτα. (...) H μίτρα, τέλος, προέρχεται από το αυτοκρατορικό
στέμμα, όπως αυτό διαμορφώνεται στα τέλη του 11ου αιώνα. Eίναι
κυλινδρικό, συχνά με σφαιρική άνω απόληξη, κάλυμμα κεφαλής. Στη
βυζαντινή περίοδο φορέθηκε από ορισμένους πατριάρχες μόνο. (...)
Πριν την εμφάνιση της μίτρας οι ιερωμένοι της Oρθόδοξης Eκκλησίας
ασκούσαν τα λειτουργικά τους καθήκοντα ασκεπείς, προσηλωμένοι
στην παράδοση των πρώτων χριστιανικών χρόνων.»[2]
«(...) Τον Φεβρουάριο του 380 ο Μέγας Θεοδόσιος ανεγνώρισε το
χριστιανισμό ως την επίσημο θρησκεία του κράτους και την 8η
Νοεμβρίου του 392 έθεσε εκτός νόμου τις αρχαίες θρησκείες. Κατ’
αυτόν τον τρόπο, η χριστιανική εκκλησία προσεκλήθη επισήμως να
συμμετάσχη στο τραπέζι της εγκοσμίου εξουσίας. Υπήρχαν ήδη
αρκετές ενδείξεις μιας θετικής ανταποκρίσεως. Π.χ., ήδη από τον
γ~ αι., στον επίσκοπο απευθυνόσουν όπως προς ηγεμονικό
αφηρημένο: “η υψηλότης Σας”, κ.τ.ο. Ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε
ήδη δώσει στους επισκόπους εξουσία δικαστική για ορισμένες
περιπτώσεις. Ο ίδιος αυτοκράτωρ απένειμε το 313 τον υψηλό
κοσμικό τίτλο του inlustris (εκλαμπρότατος) σε κάθε μέλος του
ανωτέρου κλήρου. Η Σύνοδος της Arles το 314 απηύθυνε στον
επίσκοπο Ρώμης τον τίτλο Gloriosissime papa (ενδοξότατε πατέρα)
-τίτλος ο οποίος από τον στ~ αιώνα καθιερώθηκε. Την ίδια εποχή
εμφανίζονται τα διάσημα (insignia) των επισκόπων: μίτρα κ.α. Ο
ασπασμός της επισκοπικής χειρός εισήχθη τον 4ο αι.»[3]
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1]
http://www.culture.gr/2/21/218/218ab/g218ab114.html.
[2]
Καλαμαρά, Π.,
http://www.culture.gr/2/21/215/21505/215051/2150513/g21505119m.
html.
[3]
Δρακόπουλος Παν., «Η Εκκοσμικευτική Πορεία». Από το βιβλίο
«Μεσαίωνας Ελληνικός και Δυτικός. Φιλοσοφία και Προφητεία»,
Εκδόσεις Παρουσία.
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/drakopoulos_secular.html.